ευθύς, -εία, -ύ


ευθύς, -εία, -ύ
1. αυτός που έχει τη διεύθυνση της ευθείας, αλλ. ευθύγραμμος, ίσιος.
2. μτφ., ο χωρίς περιστροφές, ο ειλικρινής, ο τίμιος: Άνθρωπος ευθύς.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εὐθύς — 1 straight masc nom sg εὐθύς 2 straight indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευθύς — και ευτύς επίρρ. χρον., αμέσως, χωρίς καθυστέρηση ή αναβολή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Εὖθυς — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευθύς — [эфтис] επ. прямой, прямолинейный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Εὐθὺς γὰρ ἡμάρτηκεν οὐράνιον ὅσον. — См. Как небо от земли …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • κεὐθύς — εὐθύς , εὐθύς 1 straight masc nom sg εὐθύς , εὐθύς 2 straight indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθύ — εὐθύς 1 straight masc voc sg εὐθύς 1 straight neut nom/voc/acc sg εὐθύς 2 straight indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰθέα — εὐθύς 1 straight neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἰθέᾱ , εὐθύς 1 straight fem nom/voc/acc dual (epic ionic) εὐθύς 1 straight fem nom/voc sg (epic ionic) ἰθύς 1 straight neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἰθέᾱ , ἰθύς 1 straight fem nom/voc/acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθυτέρων — εὐθύς 1 straight fem gen pl εὐθύς 1 straight masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθύτερον — εὐθύς 1 straight masc acc sg εὐθύς 1 straight neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰθύ — εὐθύς 1 straight masc voc sg εὐθύς 1 straight neut nom/voc/acc sg ἰθύς 1 straight indeclform (adverb) ἰθύς 1 straight masc voc sg ἰθύς 1 straight neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)